Τετάρτη
22
Νοεμβρίου
2017
Ανατ.: 07.23
Δύση: 17.04
Σελήνη
4 ημερών
Φιλήμονος, Κικιλίας, Βαλλεριανού και Τιβουρτίου μαρτύρων

Online χρήστες

Έχουμε 45 επισκέπτες συνδεδεμένους

Επισκέπτες σελίδας

http://www.hitwebcounter.com website
Ο Ληνός των Κολοκοτρωναίων

istoria Zygovistioy

Εισαγωγή
Πριν αρκετά χρόνια αγόρασα ένα βιβλίο από πάγκο πλανόδιου μικροπωλητή στην οδό Πανεπιστημίου στην Αθήνα. Το τιτλοφορείται «Ιστορία Ζυγοβιστίου», εκδόθηκε το 1905, συγγραφέας ήταν ο Κωνσταντίνος Χρ. Σταυρόπουλος(1822-1916) από το Ζυγοβίστι, πρώην δημοδιδάσκαλος  και η ανατύπωση που αγόρασα έγινε το 1973 από τον εγγονό του Θ.Α. Σταυρόπουλο. Πρόσφατα το «ανακάλυψα» στην βιβλιοθήκη μου και το ξαναδιάβασα.
Μέσα απ’ αυτό το βιβλίο λοιπόν, που είναι γραμμένο σε καθαρεύουσα, επέλεξα ένα θέμα για το οποίο αναφέρεται εκτενώς ο συγγραφέας, ο οποίος γεννήθηκε το 1822 και μεταφέρει πληροφορίες όπως  τις άκουσε από τους μεγαλύτερους. Το θέμα αφορά τον θάνατο των αδελφών του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη το 1806, στον Ληνό, παραπλεύρως της Μονής Αιμυαλών, ύστερα από προδοσία.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ακολουθεί περιληπτικό απόσπασμα από το βιβλίο, σε ελεύθερη μετάφραση:
«….Τα τολμήματα  των αρματωλών και κλεφτών κατά των Τούρκων και ενίοτε κατά των τουρκοφρονούντων Χριστιανών, έγιναν η αφορμή να φτάσουν πολλά παράπονα στην Τουρκική εξουσία και η Τουρκική κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη έλαβε αυστηρά και έντονα μέτρα προς παντελή εξόντωση των κλεφτών. Προς επίτευξη του στόχου αυτού, αφ’ ενός πίεσε το Πατριαρχείο και εξέδωσε επιτίμιο κατά των κλεφτών και των  Χριστιανών που τους υπέθαλπαν, αφ’ ετέρου απείλησε με  τις τοπικές της αρχές τους προκρίτους, τους ηγουμένους και τους μοναχούς των διαφόρων Μονών με κεφαλική ποινή σε περίπτωση που κάποιος βοηθούσε ή έδινε τροφή στους κλέφτες. Έτσι αναγκάστηκαν οι αρματωλοί και κλέφτες  να προφυλάσσονται για να μην πάθουν κάτι οι φίλοι τους που βοηθούσαν αλλά και οι πρόκριτοι και οι μοναχοί να μην τους παρέχουν τρόφιμα φανερά και απροκάλυπτα, όπως γινόταν πριν.

Ένα δημοτικό τραγούδι περιγράφει την κατάσταση:
Οι γέροντες κ’ οι πρόκριτοι κ’ οι προύχοντες του τόπου,
πιάνουν και γράφουν μια γραφή στο Βασιλιά στη Πόλη.
-Σε σεν’ αφέντη Βασιλιά, σε σένανε Βεζύρη,
Οι κλέφτες πούνε στο Μωριά είναι και βασιλιάδες,
ο Θοδωρής είν’ Βασιλιάς κι ο Γιάννης είν’ Βεζύρης,
κι ο Γιώργος από τον Αετό είναι Κατής και κρένει.
Κι ο Βασιλιάς σαν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη.
Ευθύς φερμάνι έβγαλε και στο Μωριά το στέλνει,
τους κλέφτες να σκοτώσουνε του Κολοκοτρωναίους.

Η κατάσταση που περιγράφεται παραπάνω εξακολούθησε για αρκετό καιρό, οι δε αρματωλοί και κλέφτες, στερούμενοι τροφίμων, αναγκάζονταν πολλές φορές να τα παίρνουν δια της βίας. Κάποια μέρα του 1806, οι Κολοκοτρωναίοι βρίσκονταν στο απέναντι από το Ζυγοβίστι βουνό Κλινίτσα, όπου έτρωγαν συνήθως,  όταν περνούσαν από εκείνα τα μέρη. Επειδή είχαν ανάγκη τροφής και πολεμοφοδίων μετέβησαν στην Μονή Αιμυαλών, αντίκρυ της Κλινίτσας και κρύφτηκαν στον Ληνό, παραπλεύρως της Μονής, περιμένοντας την ευκαιρία να ζητήσουν βοήθεια από τον Ηγούμενο. Εκεί μετέβη ο μοναχός Γερέσιμος, καμπούρης στο σώμα,  για να κλαδέψει το αμπέλι. Τον συνέλαβαν και τον παρακάλεσαν να πάει στον Ηγούμενο και να του ειπεί κρυφά για τις ανάγκες που είχαν. Εκείνος όμως αντί να πάει στον Ηγούμενο έτρεξε στην Δημητσάνα και τους πρόδωσε στους προεστούς.
Όλα όμως περιγράφονται στο επόμενο δημοτικό τραγούδι, που για πρώτη φορά το βρήκα ολόκληρο, ενώ μέρος του τραγουδιού είναι ευρέως γνωστό.

Καλόγερος εκλάδευτε στης Αιμυαλούς τ’ αμπέλι,
βλέπει δυο κλέφτες κι έρχονται, δυο λεροφορεμένους.
Από μακριά τον χαιρετούν κι από κοντά του λένε
-Για κρύψε μας, καλόγερε, κρύψε μας μπουραζέρη
ψωμί κρασί για φέρε μας, τ’ είμαστε πεινασμένοι.
-Ελάτε μπάτε στο ληνό να κάμετε λημέρι.
-Τήρα καλά καλόγερε, να μη μας μαρτυρήσεις,
σου κόβει ο Γιώργος τα μαλλιά κι ο Γιάννης το κεφάλι.
Και τον ανήφορο έκαμε στη Δημητσάνα πάει
κι ευθύς τελάλι έβαλε, σε τρεις μεριές στη χώρα.
-Μεσ’ στο ληνό γιατάκιασα τους Κολοκοτρωναίους,
μικροί μεγάλοι στ’ άρματα τους κλέφτες να σκοτώστε!
Τρεις παγαγνιές εβγήκανε και πάνε να τους πιάσουν.
Από μακριά τους έζωσαν κι από μακριά τους λένε
-Έβγα Γιάννη προσκύνησε μ’ όλη την συντροφιά σου,
να σου χαρίσω την ζωή και σε και στα παιδιά σου.
-Πως με περνάς Μπουλούμπαση, για να σε προσκυνήσω,
που ‘γω είμαι ο Γιάννης ο Ζορμπάς κι αν θέλεις, πλησιάζεις.
Δεν κόταγαν να παν κοντά, τους έτρωγε το φίδι,
ρίξαν φωτιά μεσ’ το ληνό, κουβάρια θειαφοκέρι,
πιάσαν η κληματόβεργες κι ο Γιάννης τραγουδάει.
-Τώρα να ιδείς, Μπουλούμπαση, να ιδείς πως προσκυνάνε,
δεν   είναι μια, δεν είναι δυό, που σ’ έκαμ’ άνω κάτω,
που σ’ έκαμα σαν τον λαγό Μπουλούμπαση να τρέμεις!
Και το ντουφέκι τ’ άδειασε κι έκαμ’ ένα γιουρούσι,
τρεις παταριές του ρίξανε και πέφτει λαβωμένος,
και η φωτιά τους έζωσε και τ’ άρματα δεν πιάνουν
του ρίχνουν άλλη παταριά κι εμούγκρισε σαν λύκος.
-Αφήνω γεια, συντρόφοι μου, μ’ έφαγαν οι μουρτάτες.
Κι ο Θοδωρής αγνάντευε ψηλ’ από την Κλινίτσα.
-Σήκω, Φόρτο, να φύγωμε στη Ζάκυνθο να πάμε,
τι μας εζώσαν τα σκυλιά οι άπιστοι μουρτάτες.

Από τότε είναι γνωστό σε όλους ότι ο φόνος των Κολοκοτρωναίων στο Ληνό δεν έγινε από τους Τούρκους αλλά από Χριστιανούς που ήθελαν να προσφέρουν αφοσίωση στην Τουρκική διοίκηση από ιδιοτέλεια αλλά κι από φόβο πήγαν οι περισσότεροι εκεί, μήπως συλλαμβανόμενοι οι κλέφτες, παραδοθούν στους Τούρκους  και βασανιζόμενοι, μαρτυρήσουν τους τροφοδότες και τους φίλους τους και καταστραφούν όλοι μαζί.
Όπως όλοι διηγούνται από τότε, οι πυροβολήσαντες  με σκοπό να σκοτώσουν τους κλέφτες, ήταν βοσκοί, οι οποίοι πολλές φορές τους είχαν τροφοδοτήσει, όμως ήταν άνθρωποι αγροίκοι, απαίδευτοι  και χωρίς συνείδηση της πράξεως τους, όπως περιγράφει το επόμενο δημοτικό τραγούδι:
Ο Θοδωράκης κάθεται στην Ζάκυνθο στο κάστρο.
Παίρνει το κιάλι και τηράει τους κάμπους κι αγναντεύει,
βλέπει τους κάμπους πράσινους και τα βουνά γεράνια
και τα γιατάκια των κλεφτών πολύ σκοτιδιασμένα
και τ’ ούρθε σαν παράπονο και κάθεται και κλαίει.
Κι ο Μακρυγιάννης τον ρωτά κι ο Μακρυγιάννης λέει:
-Τι έχεις Θοδωράκη μου και χύνεις μαύρα δάκρυα;
-Γιαννιό μου σαν μ’ ερώτησες να του το μολογήσω
Γιαννιό μου, που τα’ αδέρφια μου, ο Γιώργης με το Γιάννη;
Να ήτον ο Γιάννης πονηρός, να είχε ο Γιάννης γνώση
ερχότανε στη Ζάκυνθο που ήσαν και τ’ άλλα αδέρφια.
Μα πήγε κι αποκλείστηκε μεσ’ το ληνό στ’ αμπέλι.
Και κει τον ζώνει η παγανιά, βουκόλοι και ποιμένες,
κι οι προεστοί του μίλησαν κ’ οι προεστοί του λένε:
-Για ‘βγα Γιάννη προσκύνησε και ρίξε τ’ άρματα σου
-Τίγαρης είμαι νιόνυφη, να βγω να προσκυνήσω!
Στα δόντια βάνει το σπαθί, στα χέρια το ντουφέκι,
πικρό γιουρούσι έκαμε σαν άξιο παλληκάρι.
Μια παταριά του δώσανε την μια μεριά την άλλη.
Το στόμα τ’ αίμα γέμισε κ’ η μύτη του φαρμάκι.

 

Ο φόνος αυτών των γενναίων πολεμιστών, του Γιάννη και Γιώργου Κολοκοτρώνη όπως και του Γιώργου από τον Αετό Τριφυλίας, ήταν μεγάλη απώλεια καθώς θα συντελούσαν κατά πολύ στην μετέπειτα εκραγείσα επανάσταση του 1821, αλλά ο θάνατος τους εξευμένισε την οργή των τυράννων κατά πολλών υπόπτων, ως κλεφτοτροφοδοτών, ένας εκ των οποίων ήταν ο Γεροσταύρος Φωτεινόπουλος, παππούς από μητέρα του γράφοντος, του οποίου ο θάνατος με απαγχονισμό ήταν προαποφασισμένος, καθόσον οι Κολοκοτρωναίοι για μεγάλο διάστημα έτρωγαν σπίτι του όπως και στην Ι.Μονή Αγ. Θεοδώρων Νεμνίτσης, της οποίας Ηγούμενος ήταν ο  αδελφός του Νεόφυτος Φωτεινόπουλος.
Πολλές φορές, λέει ο συγγραφέας, η μητέρα του, του  έδειχνε τις αποθήκες των δημητριακών κάτω από το πάτωμα, κοινώς αμπάρια, διηγούμενη ότι αυτά πολλές φορές χρησίμευαν ως καταφύγια των Κολοκοτρωναίων και ιδίως του Θεόδωρου και των φονευθέντων αδελφών του στο Ληνό, παραπονούμενη ότι για τις θυσίες και την αφοσίωση της οικογένειας της όπως και πολλών άλλων οικογενειών για την απελευθέρωση της Ελλάδος, ποτέ δεν απόλαυσαν τίποτε από αυτά που υπόσχονταν, παρά μόνο την απόλυτη φτώχεια…..»

«Ιστορία Ζυγοβιστίου»,  Αθήνα 1905, Υπό Κωνσταντίνου Χρ. Σταυρόπουλου(1822-1916) πρώην δημοδιδασκάλου. Ανατύπωση, Αθήνα 1973

 

Μαρίνα Διαμαντοπούλου-Τρουπή

19/3/2015

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο  http://m-diamantopoulou.blogspot.gr/2014/02/blog-post_4.html

στις 4/2/2014

scroll back to top